συνάπτω

συν|άπτω (μάχην) сцепляться с врагом, ввязываться в сражение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "συνάπτω" в других словарях:

  • συνάπτω — join together pres subj act 1st sg συνάπτω join together pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάπτω — συνάπτω, σύναψα και συνήψα βλ. πίν. 213 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνάπτω — ΝΜΑ, και αττ. τ. ξυνάπτω Α [ἅπτω] συνδέω, συνενώνω, συναρμόζω νεοελλ. 1. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) συνημμένος, η, ο προσαρτημένος, ενωμένος με άλλον («συνημμένο έγγραφο») 2. φρ. α) «συνάπτω σχέσεις» i) δημιουργώ φιλικές σχέσεις, πιάνω φιλία… …   Dictionary of Greek

  • συνάπτω — σύναψα, συνάφθηκα, συνημμένος 1. συνδέω: Συνημμένα έγγραφα. 2. μτφ., «Συνάπτω γάμο», παντρεύομαι· «Συνάπτω μάχη», μάχομαι· «Συνάπτω σχέσεις με κάποιον», σχετίζομαι με κάποιον· «Συνάπτω συνθήκη», συνθηκολογώ· «Συνάπτω δάνειο», δανείζομαι κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνάπτω — [стнапто] р. соединять, прилагать, (μ£ταφ.) заключать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • συναπτῷ — συναπτός joined together masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυνάψει — συνάπτω join together aor subj act 3rd sg (epic) συνάπτω join together fut ind mid 2nd sg συνάπτω join together fut ind act 3rd sg ξυνά̱ψει , συνάπτω join together futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ξυνά̱ψει , συνάπτω join together futperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάψουσι — συνάπτω join together aor subj act 3rd pl (epic) συνάπτω join together fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συνάπτω join together fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) συνά̱ψουσι , συνάπτω join together futperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάψουσιν — συνάπτω join together aor subj act 3rd pl (epic) συνάπτω join together fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συνάπτω join together fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) συνά̱ψουσιν , συνάπτω join together futperf ind …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάψοντα — συνάπτω join together fut part act neut nom/voc/acc pl συνάπτω join together fut part act masc acc sg συνά̱ψοντα , συνάπτω join together futperf ind act neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) συνά̱ψοντα , συνάπτω join together futperf ind act masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνήφθην — συνάπτω join together plup ind mp 3rd dual (attic epic doric ionic aeolic) συνάπτω join together plup ind mp 3rd dual (attic epic ionic) συνάπτω join together aor ind pass 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) συνάπτω join together aor ind pass… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.